ΔΗΜΟΣ ΠΟΛΙΧΝΙΤΟΥ
Βρίσα
Η ΒΡΙΣΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Η ίδρυση της Βρίσας καλύπτεται από την αχλύ του μύθου. Ο μυθικός οικιστής της Λέσβου Μάκαρ ή Μακαρεύς, που το όνομά του παραμένει ακόμα ζωντανό στα ‘’Μάκαρα’’ , μια τοποθεσία στη δυτική πλευρά του στομίου του κόλπου Καλλονής, είναι σύμφωνα με την παράδοση, που διέσωσε ο πολιτικός και ιστορικός Ανδροτίων, ο ιδρυτής του ναού του Βρισαίου Διονύσου στο ακρωτήρι Βρίσα , σήμερα Άγιο Φωκά: ‘’το ιερόν του θεού εν τη Βρίση φησίν ιδρύσθαι υπό του Μάκαρος’’.

Σύμφωνα με μια μεταγενέστερη παράδοση, που έχει καταγράψει ο Κλαύδιος Αιλιανός στην ‘’Ποικίλη Ιστορία’’ του ένας άλλος Μάκαρ ιερέας, είναι ο ιδρυτής της λατρείας του Διονύσου στο ακρωτήρι της Βρίσας.
Ο θεός λοιπόν, Διόνυσος που λατρευόταν στο ακρωτήρι της Βρίσας από τα πανάρχαια χρόνια πήρε την επωνυμία ‘’Βρισαίος’’ όπως αναφέρει και ο γραμματικός Στέφανος ο Βυζάντιος. Αποκαλείται επίσης και ‘’βρισαγενής’’ σύμφωνα με την επιγραφή σε πλάκα που υπήρχε στο χώρο του ναού, όπως αναφέρει ο Γερμανός αρχαιολόγος Koldewey:
"ΜΕΓΑΡΙΤΟΣ ΑΙΣΧΙΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΒΡΙΣΑΓΕΝΕΙ".
Πάνω στο ακρωτήρι της Βρίσας και κοντά στο ναό πρέπει να είχε κτιστεί και η ομώνυμη πόλη, όπως δείχνουν τα άφθονα όστρακα, που έχουν βρεθεί στο ΄΄λαιμό’’ του ακρωτηρίου, καθώς και έχουν βρεθεί τυχαία ή έχουν ανασυρθεί κατά τον καθαρισμό του μικρού φυσικού λιμανιού που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ακρωτηρίου.
Άγνωστο όμως παραμένει , εάν η πόλη έδωσε το όνομά της στο ακρωτήρι και στο ναό του Διονύσου ή εάν προηγήθηκε η ονομασία του ακρωτηρίου. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο οικισμός της Βρίσας υπήρχε από τα πανάρχαια χρόνια και το όνομα του σημερινού χωριού Βρίσας συνδέεται άμεσα με τον Βρισαίο Διόνυσο και αποτελεί ένα παράδειγμα ιστορικής συνέχεια στην άκρη αυτή της Λέσβου.
Η ιερότητα του χώρου στο ακρωτήρι της Βρίσας διατηρήθηκε ως τα σήμερα με το χτίσιμο αλλεπάλληλων ναών. Ο τελευταίος ναός του Διονύσου, δωρικού ρυθμού, του οποίου τα λείψανα σώθηκαν ως τα σήμερα, ανήκει στον 1ο αιώνα π.Χ.
Στη μυθική Βρίσα που σχετίζεται με τον οικιστή της Λέσβου Μάκαρα αναφέρεται και η παράδοση για την ηρωίδα του Τρωικού πολέμου τη Βρισηίδα την ‘’ικέλη χρυσέη Αφροδίτη’’ , όπως την περιγράφει ο Όμηρος, το μήλο της έριδος ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Αγαμέμνονα.
Κατά την παράδοση, η Βρισηίδα γεννήθηκε στη Βρίσα και ήταν κόρη του Βρισέα από τον οποίο προέρχεται και το όνομά της. Κι όταν ο Αχιλλέας κατέλαβε την Λυρνησσό, την πόλη που ζούσε η Βρισηίδα παντρεμένη με το βασιλιά Μύνητα, αφού σκότωσε τον άντρα της την πήρε ως πολύτιμο λάφυρο μαζί του στο στρατόπεδο των Ελλήνων στη Τροία.

Στην τοπική παράδοση διατηρήθηκε ζωντανή και η πίστη για το πέρασμα του Αχιλλέα από την Βρίσα. Με υπερηφάνεια δείχνουν οι κάτοικοι ακόμα και σήμερα το πηγάδι στο δρόμο για τον Άγιο Φωκά, το οποίο άνοιξε ο Αχιλλέας και ονομάζεται προς τιμήν του ‘’Αχιλλειοπήγαδο’’.
Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, και πιθανώς πολύ ενωρίτερα από τους Ελληνιστικούς ή τους Ρωμαϊκούς χρόνους, ο οικισμός της Βρίσας μετατοπίστηκε ανατολικότερα, από το ακρωτήρι του Αγίου Φωκά στη θέση Αγία Κατερίνα.
Τα ευρήματα στη περιοχή αυτή, όπως θεμέλια μεγάλης εκκλησίας παλαιοχριστιανικής εποχής, τάφοι και πήλινα λυχνάρια της ίδια εποχής, μαρμάρινες κολόνες και ενεπίγραφες στήλες, όπως είναι η στήλη με την επιγραφή
" ΣΤΡΑΤΟΝΙΚΗ ΧΡΗΣΤΗ ΧΑΙΡΕ", μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στη θέση όπου καταλήγει μια έφορη παραποτάμια κοιλάδα, βρισκόταν η Βρίσα των πρωτοβυζαντινών χρόνων και πιθανότατα είναι η ‘’Βρύσια πόλις’’ που αναφέρει ο Αλεξανδρινός λεξικογράφος του 5ου αιώνα Ησύχιος.
Πότε και γιατί εγκαταλείφθηκε η παράλια Βρίσα είναι άγνωστο. Πιθανώς και εδώ, όπως συνέβη με όλες τις παράλιες και νησιωτικές πόλεις του Αιγαίου, οι πειρατικές επιδρομές, που συντάραξαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία καθ’ όλη την διάρκεια της Μεσοβυζαντινής αλλά και Υστεροβυζαντινής περιόδου ανάγκασαν τους κατοίκους της παράλιας Βρίσας να αναζητήσουν ασφαλέστερο τόπο εγκατάστασης προς τα ενδότερα.
Οι Βρισαίοι, μετά την καταστροφή της πόλης τους, εγκαθίστανται σε μικρούς αγροκτηνοτροφικούς οικισμούς, που απείχαν μερικά χιλιόμετρα από την θάλασσα και ήταν εγκατεστημένοι στην ευρύτερη περιοχή της Βρίσας. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους οικισμούς περιλαμβανόταν και ο οικισμός της σημερινής Βρίσας. Με την πάροδο του χρόνου οι άλλοι οικισμοί, όπως ήταν του Παλαιόκαστρου, της Αιγίδας και του Λιβαδιού απορροφήθηκαν από τον ασφαλέστερο οικισμό της Βρίσας.
Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΒΡΙΣΑ
Η νεώτερη Βρίσα, αθέατη από τη θάλασσα, προστατευμένη με ένα σύστημα κατόπτευσης των πειρατικών επιδρομών, που αποτελούνταν από βίγλες τοποθετημένες σε στρατηγικά σημεία, κατόρθωσε να επιβιώσει μέσα στους δύσκολους και σκοτεινούς αιώνες του Μεσαίωνα και της Οθωμανικής κυριαρχίας και να διασώσει όχι μόνο την ζωή αλλά και την ψυχή των κατοίκων της, με ότι ωραίο αυτή κουβαλούσε από την προγονική πίστη και τον πολιτισμό.
Στις αρχές του 19ου αιώνα οι χριστιανοί κάτοικοι της Βρίσας με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν κατόρθωσαν να χτίσουν μέσα σ’ ένα χρόνο (1803 – 1804) την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, η οποία ως σύνολο, γραμμή και χρώμα χαρακτηρίζεται ως η λυρικότερη βασιλική του νησιού. Ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο της.

Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου η Βρίσα παρακολουθώντας τη γενικότερη ανάπτυξη του νησιού παρουσιάζει αξιόλογη οικονομικής , κοινωνική και πνευματική πρόοδο. Το 1909 στη Βρίσας κατοικούν 480 οικογένειες, λειτουργούν δύο ατμοκίνητα ελαιοτριβεία, παράγει λάδι, γεννήματα, γλυκάνισο και σύκα. Συντηρεί με δικά της μέσα Παρθεναγωγείο και σχολείο Αρρένων και διαθέτει τρεις επιστήμονες γιατρούς και φαρμακείο.
Η ανοδική της πορεία συνεχίστηκε ως τα μέσα του 20ου αιώνα. Μετά την κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο το έντονο μεταναστευτικό ρεύμα προς τα μεγάλα αστικά κέντρα επέφερε την πληθυσμιακή συρρίκνωση της Βρίσας, την ταχεία γήρανση του πληθυσμού της και την εξασθένηση της αγροτικής οικονομίας της.
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η τουριστική ανάπτυξη των Βατερών και του Αγίου Φωκά διανοίγουν κάποια ευοίωνη τουριστική προοπτική για την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και την συγκράτηση του πληθυσμού που έχει εναπομείνει στη Βρίσα.
Σημαντικά επίσης αποτελέσματα αναμένονται από την αξιοποίηση του πλούτου των παλαιοντολογικών ευρημάτων της περιοχής Βρίσας – Βατερών, τα οποία ήδη συγκεντρώνουν το διεθνές επιστημονικό ενδιαφέρον. Αντιπροσωπευτικά δείγματα απολιθωμένων ζώων εκτίθενται στη συλλογή Φυσικής Ιστορίας, που φιλοξενείται στις αίθουσες του παλαιού Παρθεναγωγείου της Βρίσας.
Του Ψαριανού Βασιλείου
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΒΡΙΣΑ.
ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ
Η Βρίσα ήταν και είναι ένα πολύ ζωντανό χωριό με ιδιαίτερα σημαντική κοινωνική ζωή. Σήμερα, αν και οι μόνιμοι κάτοικοι κατά τη διάρκεια του χειμώνα είναι αρκετά λιγότεροι από μια χιλιάδα, υπάρχει μια αρκετά ικανοποιητική κίνηση στα τέσσερα παραδοσιακά αλλά περιποιημένα καφενεία και τη καφετερία μέχρι αργά το βράδυ. Δεν αναφερόμαστε βέβαια στους καλοκαιρινούς μήνες οπότε ολόκληρος ο κεντρικός δρόμος του χωριού μοιάζει με ένα μακρύ και πολύβουο καφενείο, όπου εκατοντάδες ντόπιοι και επισκέπτες απολαμβάνουν τη δροσιά και τους νόστιμους μεζέδες που σερβίρονται.
Τα τέσσερα σύγχρονα mini-market, τα παραδοσιακά παντοπωλεία, τα δυο ανακαινισμένα αρτοποιεία, τα δυο μαγαζάκια με είδη δώρων και άλλα χρήσιμα είδη, τα δυο βενζινάδικα, το συνεργείο αυτοκινήτων και οι για κάθε ειδικότητα ελεύθεροι επαγγελματίες, εξασφαλίζουν ιδιαίτερα ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης για τους ντόπιους και τους επισκέπτες. Οι συνθήκες αυτές το μισό χρόνο γίνονται ακόμα καλλίτερες με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν τα Βατερά κατά τους θερινούς μήνες.
Τις συνθήκες αυτές βελτιώνουν ακόμα περισσότερο οι δραστηριότητες του πολιτιστικού συλλόγου, του ιππικού συλλόγου, του δραστήριου συλλόγου γονέων και κηδεμόνων, του θεατρικού ομίλου «Θέσπις», του τοπικού συμβουλίου αλλά και η ύπαρξη του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας και του αντίστοιχου λαογραφικού, που όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά δίνουν στους κατοίκους τη δυνατότητα για ευχάριστες διεξόδους είτε συμμετέχοντας στις προσπάθειες είτε απολαμβάνοντας τα αποτελέσματά τους.

Οι δραστήριοι σύλλογοι κινούνται στην κατεύθυνση της διατήρησης και ανάδειξης της παράδοσης. Μιας παράδοσης η οποία είναι φανερή εκτός των άλλων και στα πέτρινα κτήρια του χωριού, τα οποία τα τελευταία χρόνια αναπαλαιώνονται.
Ο ιππικός Σύλλογος δραστηριοποιείται στο μεγάλο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου. (23 Απριλίου ή Δευτέρα του Πάσχα) Το γραφικό ξωκλήσι, κτισμένο σε μια γραφική τοποθεσία στα νοτιοανατολικά του χωριού, όπου σμίγουν οι ελιώνες του κάμπου με τους πευκώνες των πλαγιών, αποτελούσε από παλιά αιτία και αφορμή για ανοιξιάτικες πασχαλιάτικες συνάξεις. Μπορεί σήμερα η μετακίνηση προς τα κει να μη γίνεται με τα γαϊδουράκια στολισμένα με τα ‘πεφκέλια’ –πολύχρωμα υφαντά- μπορεί να μη στήνονται οι κούνιες στα κλαδιά των πεύκων και να μην αντηχούν-συνοδεύοντας το πήγαινε έλα τους- το «Χριστός Ανέστη» και το «Αναστάς ο Ιησούς», μπορεί να μην ηχούν τα ‘τλάπια’, το πανηγύρι όμως με την περιφορά και τη «θυσία» του μοσχαριού, το μοίρασμα του φαγητού και προπαντός τα άλογα και το νυχτερινό γλέντι στην πλατεία του Πλάτανου, έχει αναζωογονηθεί και έχει γίνει το πρώτο του χωριού.
Ύστερα από λίγες μέρες (21 Μαΐου) έρχεται και το πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου, στη διοργάνωση του οποίου δραστηριοποιείται ο πολιτιστικός σύλλογος. Κλασσικό πανηγύρι με προσέλευση πλήθους πιστών απ’ όλη την περιοχή, περιφορά της αγίας εικόνας, παράλληλες δραστηριότητες (δεξιώσεις, χοροί κ.λ.π.) στην πλατεία του χωριού και καλό λαϊκό γλέντι για δυο βραδιές.
Στα Βατερά η καλή περίοδος (20 Ιουλίου) για την τουριστική κίνηση εγκαινιάζεται με το πανηγύρι τ’ Αγιού Λια. Ο εσπερινός στο γραφικό ξωκλήσι με την καταπληκτική θέα δίνει την ευκαιρία στους προσκυνητές να απολαύσουν κάτω απ’ τα πόδια τους την απέραντη παραλία. Μέχρι εκεί αντηχούν τα νησιώτικα από τις κομπανίες στο γλέντι που ακολουθεί για δυο βραδιές. Αν βοηθήσει λίγο ο καιρός το κέντρο των Βατερών ασφυκτιά απ’ την πολυκοσμία.
Όμως για τους γλεντζέδες αλλά και με έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα κατοίκους της Βρίσας, οι ευκαιρίες για διασκέδαση δίνονταν με κάθε ευκαιρία.
Το πανηγύρι του αγίου Ευσταθίου στα Βατερά στις 20 του Σεπτέμβρη σηματοδοτούσε τη λήξη των καλοκαιρινών διακοπών. Η γιορτή του Χριστού (6 Αυγούστου) έδινε την ευκαιρία σ' όλους ύστερα απ' τη λειτουργία στο γραφικό ξωκλήσι να σκορπιστούν στα περιβόλια τους στην εύφορη κοιλάδα του χειμάρρου της Λαγκάδας και να ξεφαντώσουν παρέα με τους ήχους των "¨τενεκέδων" για το ανάσυρμα του νερού απ΄ τα πηγάδια, που στην προκειμένη περίπτωση αντικαθιστούσαν τα τουμπελέκια.
Σήμερα το πανηγύρι αυτό έχει σημαντικά ατονήσει αλλά εξακολουθεί αντάμα με τα αντίστοιχα της Αγίας Μαρίνας (17 Ιουλίου) της Αγίας Άννας (25 Ιουλίου) της Αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου) του Αγίου Παντελεήμονα (27 Ιουλίου) να δίνει την ευκαιρία για την υποδοχή των καινούριων παραθεριστών που καταφθάνουν, είτε στους χώρους των ξωκλησιών είτε στο ουζάκι που ακολουθεί στα καφενεία του χωριού.
Αντίθετα το πανηγύρι του Αη Στάθη που προαναφέρθηκε αντάμα με τα αντίστοιχα του Ταξιάρχη (5 Σεπτεμβρίου), της Παναγιούδας (8 Σεπτεμβρίου) του Αγίου Φωκά (22 Σεπτεμβρίου) και του Αη Γιάννη του Θεολόγου (26 Σεπτεμβρίου) δίνουν την ευκαιρία του αποχαιρετισμού ανάμεσα στους ταξιδιώτες του καλοκαιριού και στους ακρίτες του χειμώνα. Απ' αυτά πιο γραφικά είναι το πανηγύρι του Ταξιάρχη στο οροπέδιο του Δαξαριού και του Αγίου Φωκά στο ομώνυμο ακρωτήρι.
Το μοναδικό πανηγύρι του χειμώνα είναι του Αγίου Γιάννη του Καλυβίτη στις 15 Ιανουαρίου. Στο ομώνυμο ξωκλήσι που δεσπόζει στη δυτική άκρη της παραλίας των Βατερών εξακολουθούν να συγκεντρώνονται αρκετοί πιστοί με πρωτοπόρους του καμιναρέους των τουβλάδικων των Βατερών, οι οποίοι εδώ και χρόνια αναλαμβάνουν τη διενέργεια του πανηγυριού. Πριν λίγα χρόνια ακολουθούσε γλέντι στις παρυφές του υψώματος στο οποίο βρίσκεται το εκκλησάκι.
Τα τελευταία χρόνια όμως το μεγάλο πανηγύρι γίνεται στα μέσα του Αυγούστου στον καθιερωμένο κοινό χορό των συλλόγων του χωριού (της Αθήνας, του πολιτιστικού και του ιππικού) Ολόκληρο το χωριό ζει στον παλμό αυτής της κοινής εκδήλωσης, η οποία σηματοδοτεί την νίκη των παραγόντων που ενώνουν όλους τους χωριανούς απέναντι στις διχαστικές τάσεις του παρελθόντος.
Οι γιορτές του δωδεκαήμερου εξακολουθούν να έχουν πολλά στοιχεία απ' το παρελθόν. Τα γλυκίσματα (μακαρόνες και πλατζέδα), τα κάλαντα απ' την πιτσιρικαρία, ο "μνούχος" (αρσενικό χρονιάρικο αρνί) που αντιστέκεται στην εισβολή της γαλοπούλας μας θυμίζουν περασμένους καιρούς απ' τους οποίους όμως λείπουν οι καλλικάντζαροι σε αντίθεση με τον Αη Βασίλη, που έρχεται κάθε χρόνο και πλουσιότερος. Θύμα της εξέλιξης αποτελούν οι ρεφενέδες τα Αη Γιαννιού στις 7 του Γενάρη, που μάζευαν τις παρέες φίλων και συγγενών στα σπίτια για ατέλειωτο γλέντι που κορυφώνονταν με την πρωινή παρέλαση των σαρικοφόρων με τα κόκκινα "μεσάλια" (πεσέτες).
Οι απόκριες έχουν να παρουσιάζουν τα κλασσικά "γιούνια" με την πρόχειρη μεταμφίεση και τις πονηρές εκφράσεις και χειρονομίες με τα σύγχρονα παιδικά καρναβάλια που ξεζουμίζουν θέλοντας και μη τον οικογενειακό κορβανά για τις πολυποίκιλες στολές. Η Καθαρή Δευτέρα δίνει την ευκαιρία στα Βατερά να υποδεχτούν τους πρώτους επισκέπτες τους με την απλόχωρη αμμουδιά για το πέταγμα του χαρταετού και τα νόστιμα νηστίσιμα που μοιράζονται απλόχερα.
Οι μέρες της Λαμπρής είναι ξεχωριστές στο χωριό με τον πάντα όμορφα στολισμένο επιτάφιο, ο οποίος αφού ακούσει το θρήνο των εγκωμίων από τη χορωδία περιφέρεται με τη συνοδεία της μουσικής κομπανίας που κάποτε αποτελούσε τη φιλαρμονική του χωριού, τον μυρωδάτο "αβαγιανό" που σκορπίζεται ( ως τα Μύρα) το Μέγα Σάββατο το πρωί στο "Ανάστα ο Θεός" και την "πολεμική" Ανάσταση, που σε πείσμα όλων των διαταγών για απαγόρευση της χρήσης βεγγαλικών ανακατεύει την αναστάσιμη χαρά με την τρομάρα των απανωτών μικρών και μεγάλων εκρήξεων. Μάταια προσπαθούν οι πολλοί να αφουγκραστούν το "τις εστί ο Βασιλεύς της δόξης" με το οποίο το εκκλησίασμα υποδέχεται τον Αναστηθέντα Χριστό.
Η Δευτερανάσταση στη Βρίσα γίνεται εθιμικά το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα με το κάψιμο του "Εβραίου" να προσελκύει το ενδιαφέρον των πολλών. Η Ανάσταση μπορεί σήμερα να μην "πουλιέται" δεν παύουν όμως οι ευλαβείς πιστοί να προσφέρουν τον οβολό τους για να κρατήσουν το κοντάρι της υπέρ της υγείας των οικογενειών τους.
Στις 23 Ιουνίου παραμονής του γενέθλιου τ’ Αγιού Γιαννιού του Προδρόμου, τα "κάψαλα" ανάβουν σε αρκετές γειτονιές του χωριού δίνοντας την ευκαιρία σε μικρούς και μεγάλους να πηδήξουν τις φωτιές ευχόμενοι "Γιάννη μου Γιάννη μου πέτρα στο κεφάλι μου σίδηρο στη μέση μου …" ενώ ο "κλήδονας" της επομένης με τα μικρά προσωπικά αντικείμενα που ανασύρονται απ' τη γραγούδα συνοδευόμενα από ένα σκωπτικό για το καθένα τετράστιχο μάλλον έχει ατονήσει.
Αλλά η κοινωνική ζωή του χωριού δεν είναι προσκολλημένη μονάχα στις καταγραφές του εορτολογίου. Δημιουργεί από μόνη της τρόπους διασκέδασης, σύσφιξης των διαπροσωπικών σχέσεων και ενίσχυση του κοινωνικού ιστού της μικρής κοινωνίας.
Η αρραβώνα και ο γάμος –αν και σπανίζουν ολοένα και περισσότερο- προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στο παραδοσιακό «κλιτch» (!!!) που κόβεται στα κεφάλια του γαμπρού και της νύφης και μοιράζεται στους προσκεκλημένους λίγο πριν ξεκινήσει η πομπή για την εκκλησία, συνοδεία με τη μουσική κομπανία που παίζει τον παραδοσιακό νυφκάτικο σκοπό και τα ξενόφερτα τελετουργικά με τη τούρτα, τη σαμπάνια και το φιλί κάτω απ’ τους ήχους ευρωπαϊκών ορχηστρικών.
Η γέννηση του παιδιού και η βάφτισή του ως αιτίες χαράς και η κηδεία με το μνημόσυνο ως εκφάνσεις της λύπης εξακολουθούν να συνεγείρουν τη μικρή τοπική κοινωνία, δίνοντας της την αφορμή αλλά και το δικαίωμα να εκφράσει τα αλληλέγγυα αισθήματα της. Τα γεγονότα αυτά εξακολουθούν να είναι γεγονότα της τοπικής κοινωνίας και όχι μεμονωμένων προσώπων.
Τέλος οι σχολικές μονάδες του χωριού, το Δημοτικό και το Νηπιαγωγείο, παρεμβαίνουν σήμερα πολύ πιο έντονα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Απ’ τη μια οι σχολικές γιορτές που πραγματοποιούνται με κάθε ευκαιρία και με ευρύ ακροατήριο και απ’ την άλλη τα ποικίλα προγράμματα σχολικών δραστηριοτήτων και η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων τους ευαισθητοποιούν την τοπική κοινωνία.
Η κοινωνία της Βρίσας, ήταν και είναι ανοικτή στους ανθρώπους –επισκέπτες ή οικονομικούς μετανάστες- στην πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό, αντιμετωπίζοντας χωρίς φοβίες τα καινούρια δεδομένα έχοντας στέρεες βάσεις στις παραδόσεις της.
Του Στρατή Νικέλη Διευθυντή Ενιαίου Λυκείου Πολιχνίτου
|